
ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ
Πνιγμένο μικρό πουλί
Στη σκέψη του
χωρίς να βλέπει
πώς που γιατί
Κυνηγημένο
απ τα’ άσπρα σα χιόνι
βιώματα
Χτυπάει με μανία
το ράμφος του
πάνω στο τζάμι
Ζητάει να μπει
στο δωμάτιο
τ’ ουρανού και της γης
Ζητάει να βρει
κάτι ζεστό πάνω στο διάφανο
παράθυρο της ψυχής μου
Δεν μπορεί όχι ποτέ δεν πίστεψε
ότι όλο αυτό το κρύο που νοιώθει απόψε είναι για εκείνο
Σίγουρα κάποιου άλλου το μαρτύριο περνά
Δεν ξέρει να μισεί ξέρει ν’ αρνιέται προσπαθεί
χτυπά το τζάμι, μες τη νύχτα τη γλυκιά απ τη ζεστασιά
ακούω την τρομαγμένη του
καρδούλα
Μια κίνηση κι εκεί το παραθύρι ανοίγει μια χούφτα ζεστή λίγη
στοργή, μια καλή ανάμνηση γι αυτό όπου κι αν πήγε
κλείνοντας τα μάτια του
αυτό δεν ξέρει
δεν έχει μάθει να μισεί



